«Ο χειρότερος παιδικός σταθμός είναι καλύτερη επιλογή απ’ τη γιαγιά και τον παππού». Αυτό είπε ο παιδίατρος στους γονείς μου την πρώτη φορά που ρωτήθηκε. Μετά από πολλά χρόνια που μαθαίνω αυτή την ιστορία και χωρίς να αμφισβητώ σε καμία περίπτωση τις γνώσεις και την εμπειρία του, χαίρομαι που δεν τον άκουσαν.

Για να είμαστε ειλικρινείς, για ένα μικρό παιδί είναι σαφώς καλύτερα να μεγαλώνει με παιδάκια συνομήλικα, να συνηθίζει από μικρό σε μια μορφή αυτονομίας κι ανεξαρτησίας, σε ένα περιβάλλον λιγότερο οικείο -τουλάχιστον στην αρχή- όπως θα κληθεί μεγαλώνοντας πολλές φορές να ενταχθεί σε αντίστοιχες οργανώσεις. Μαθαίνει να κοινωνικοποιείται πιο νωρίς, να λειτουργεί σε ομάδες, να συνεργάζεται, να μοιράζεται, να φροντίζει το διπλανό του, έχοντας έτσι εκ των πραγμάτων προβάδισμα στην προσαρμογή στον αμέσως επόμενο κοινωνικό μικρόκοσμο, το σχολείο.

Φυσικά, υπάρχουν κι οι περιπτώσεις που οι γονείς δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να στείλουν το παιδάκι τους σε έναν παιδικό σταθμό, οπότε το σενάριο παππούς-γιαγιά είναι μονόδρομος. Όμως πολλές φορές είναι καθαρή επιλογή. Ίσως γιατί οι γονείς νιώθουν μεγαλύτερη ασφάλεια, οικειότητα, εμπιστοσύνη και βέβαια έχουν και μια άνεση παραπάνω να διαφωνήσουν ή να πουν και μια κουβέντα παραπάνω αν κάτι διαφοροποιείται από αυτό που είχαν υπολογίσει για την ανατροφή και την καθημερινότητα του παιδιού.

Τα παιδιά που μεγαλώνουν με παππού και γιαγιά, συχνά θεωρούνται κακομαθημένα. Ότι τους κάνουν όλα τα χατίρια, δεν τα μαλώνουν ποτέ, τους δίνουν παραπάνω χαρτζιλίκι, «του παιδιού μου το παιδί είναι δυο φορές παιδί μου» και τέτοια. Και γιατί είπαμε ότι είναι απαραίτητα κακό αυτό; Ποιος λέει ότι ένα παιδί δεν το εκτιμά, ακόμα κι έτσι να είναι;

Ναι. Η γιαγιά θα ανησυχεί όλη την ημέρα αν έχει φάει το παιδί κι αν πεινάει ακόμα. Θα αλείφει μαρμελάδα και βούτυρο όλο το πρωί, θα βάζει πολλή ζάχαρη στο γάλα, τουλάχιστον 5 κουταλιές σοκολάτας, και πολλά μπισκότα, γι’ αυτό και το πρωινό θα είναι πάντα καλύτερο από αυτό της μαμάς που αποφεύγει τις «καταχρήσεις». Ναι, μετά θα ακολουθεί το δεκατιανό, με πολλά φρούτα εποχής που συνάδουν και με τις προτιμήσεις της μαμάς, αλλά σε κρατούν και χορτάτο μέχρι αργά το μεσημέρι.

Ακολουθεί το καλύτερο μέρος της ημέρας: βόλτα στις κούνιες, στο πάρκο, στο λούνα παρκ, στα μαγαζιά. Και να πάμε κι εδώ, να πάμε κι εκεί, να πάρουμε κι αυτό, να πάρουμε και τ’άλλο. Και κάπου εκεί μπαίνει στο παιχνίδι ο παππούς, για να δώσει σάρκα κι οστά στον ρόλο του. Να αγοράσει στο παιδί όλα αυτά που θα χαλάσουν τα δοντάκια του απ’ την πρώτη δαγκωνιά, που παχαίνουν απ’ την πρώτη μπουκιά, που φουσκώνουν στην πρώτη ρουφηξιά, να γυρίσουν κάθε μοναδικό παιχνίδι μέσα στην παιδική χαρά, να μπουν μαζί σε όποιο κατάστημα παιχνιδιών βρίσκεται στην περιοχή και να γυρίσουν σπίτι κατάκοποι, ξεθεωμένοι απ’ τη βόλτα και το παιχνίδι, πολλές φορές σκονισμένοι, πιθανόν έχοντας πατήσει λάσπες ή νερά, αλλά τι να κάνεις; Παιδί είναι. Κι ο παππούς μαζί του παιδί γίνεται. Αθώοι κι οι δύο.

Αφού λοιπόν έχουν αφήσει αρκετό χρόνο στη γιαγιά να συγυρίσει τον ορυμαγδό που άφησε το «παιδάκι είναι, δεν κάνει τίποτα» φεύγοντας, αλλά και να  μαγειρέψει, κάθονται όλοι μαζί στο τραπέζι κι εκεί κάπου έρχεται το σοκ (και δέος), όταν το πιάτο του παιδιού φτάνει για να ταΐσεις έναν ολόκληρο λόχο. Μακαρόνια χοντρά σαν νεροσωλήνες, κιμάς να ξεχειλίζει, έτσι για να’χει νόημα να επιπλήξεις το εγγονάκι που θα λερώσει σίγουρα κάτι και τριμμένο τυρί που απλώνεται all over.

Ολιγόωρο διάλειμμα για ύπνο μέχρι το απόγευμα που οι γονείς παραλαμβάνουν το παιδί, πριν βομβαρδίσει και το υπόλοιπο σπίτι με μπάλες, παιχνίδια και λεκέδες παντού. Εκεί διαδραματίζεται η τελευταία σκηνή της τυπικής ημέρας, όταν η γιαγιά βάζει -δήθεν κρυφά- χαρτζιλίκι στην πίσω τσέπη του παντελονιού του παιδιού, ή στο καλαθάκι με όλα του τα συμπράγκαλα, λες και φεύγει για τα ξένα ή δε θα το ξαναδεί μετά από 12 ώρες.

Ναι. Δεν είναι βγαλμένο απ’ τα παραμύθια, τις ταινίες ή διαφήμιση βουτύρου. Μια τυπική μέρα με τη γιαγιά και τον παππού είναι. Όμως αυτό που σου μένει από αυτή την καθημερινότητα, αν τα αναλογιστείς μεγαλώνοντας, είναι πολύ βαθύτερο: είναι αυτή η τρυφερότητα που η γιαγιά κοιτάει τον παππού αλείφοντας φρυγανιές το πρωί, το χάδι στον ώμο πριν τη βόλτα, η γλυκιά κουβέντα που θα της πει γυρνώντας απ’ τις κούνιες, το φιλί μετά το φαγητό κι ας είναι το παιδί μπροστά, η αγκαλιά στον μεσημεριανό ύπνο που επιβεβαιώνουν ότι αυτοί οι άνθρωποι αγαπιούνται μεταξύ τους τόσο δυνατά, που δεν μπορεί να μη μεταλαμπάδευσαν αυτή τη γλυκιά ανθρωπιά στο δικό τους το παιδί. Πόσο μάλλον στο εγγόνι. Είπαμε, του παιδιού μου το παιδί είναι δυο φορές παιδί μου.

Δεν ξέρω όταν θα καλεστώ να επιλέξω πώς θα μεγαλώσει το παιδί μου τι θα διαλέξω ούτε πώς θα είναι οι συνθήκες ως τότε. Ξέρω όμως ότι θα ήθελα να μεγαλώσει και να πάρει τόση πολλή αγάπη απλόχερα, ώστε να’ χει μπόλικο απόθεμα να δώσει, το ίδιο απλόχερα.

 

Επιμέλεια Κειμένου Κάτιας Σκίτσου: Πωλίνα Πανέρη

via