AdTech AdΜια από τις κορυφαίες μουσικές προσωπικότητες που «σφράγισαν» τον περασμένο αιώνα – Ο άνθρωπος που έγινε σύμβολο μιας χώρας και μιας πολιτισμικής παράδοσης

Ξεκίνησε από μια μικρή χώρα όπως η Τζαμάικα και κατάφερε να κερδίσει τον σεβασμό και την αγάπη εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο. Κατάφερε να κάνει γνωστή τη ρέγκε μουσική από τη μια άκρη της Γης μέχρι την άλλη, αλλά κατάφερε και κάτι άλλο ακόμα πιο μεγάλο… Να γίνει σύμβολο μια χώρας και μιας πολιτισμικής παράδοσης, να «δημιουργήσει» άπειρους φαν της κουλτούρας Ρασταφάρι. Δεν ήταν απλά ένας καλλιτέχνης. Ήταν μουσική διάνοια. Ήταν ο Μπομπ Μάρλει. Και σήμερα συμπληρώνονται εβδομήντα χρόνια από τη γέννηση αυτού του αξεπέραστου, μοναδικού μουσικού.

Τα τραγούδια του ήταν γεμάτα μηνύματα ανθρωπιάς – είτε είχαν πολιτική χροιά είτε όχι. Σε πολλά κομμάτια υπάρχουν αναφορές στη Βίβλο, μερικές φορές μέσα από λογοπαίγνια που συγχώνευαν τον ακτιβισμό και τη θρησκεία, όπως το “Revolution” και “Reveletion”. Οι φυλετικές διακρίσεις πάντα στο επίκεντρό του, αφού και ο ίδιος βίωσε τον ρατσισμό από πολύ νεαρή ηλικία. “Ο πατέρας μου ήταν λευκός και η μητέρα μου μαύρη. Με φωνάζουν μιγά ή κάπως έτσι. Δεν είμαι σε καμία πλευρά. Ούτε στη μαύρη ούτε στη λευκή. Είμαι στου Θεού την πλευρά, αυτού που με έπλασε και με έκανε να προέρχομαι από τη μαύρη και τη λευκή” έχει πει. “Χαλαρώστε και ζήστε τη ζωή σας καλά και όπως τη θέλετε” το μότο του.

Bob_Marley1-2 (700 x 514)

Το μεγαλύτερο μουσικό αστέρι από χώρα του Τρίτου Κόσμου πούλησε περισσότερους από 20 εκατομμύρια δίσκους και συνεχίζει να πουλά ακόμα και τώρα. Το περιοδικό Time επέλεξε το άλμπουμ Exodus ως το καλύτερο άλμπουμ του 20ου αιώνα. Το περιοδικό Forbes τον έχει κατατάξει στην 5η θέση των καλλιτεχνών με τις μεγαλύτερες εισπράξεις μετά θάνατον! Με τραγούδια όπως τα “I Shot the Sheriff”, “No Woman, No Cry”, “Three Little Birds”, “Exodus”, “Could You Be Loved”, “Jamming”, “Redemption Song” και “One Love”, η μεταθανάτια συλλογή του Legend (1984) πούλησε τα περισσότερα αντίτυπα στην ιστορία της ρέγκε μουσικής —περισσότερα από 12 εκατομμύρια.

Όπως όμως έλεγε και στον γιο του Ζίγκι: «τα χρήματα δεν μπορούν να αγοράσουν ζωή»… Ο τζαμαϊκανός θρύλος γεννήθηκε στις 6 Φεβρουαρίου 1945 σε επαρχία της Τζαμάικα και πέθανε μόλις στα 36 του χρόνια από καρκίνο. Απέκτησε 13 παιδιά: τρία με τη σύζυγό του Rita, δύο υιοθετημένα από προηγούμενες σχέσεις της Rita, και τα υπόλοιπα οχτώ με διαφορετικές γυναίκες.

Bob_Marley1-2 (1) (700 x 373)

Το πλήρες όνομά του ήταν Ρόμπερτ “Μπομπ” Νέστα Μάρλεϊ. Ένας τζαμαϊκανός υπάλληλος της υπηρεσίας διαβατηρίων θα του αλλάξει στη συνέχεια το πρώτο με το μεσαίο του όνομα. Ο πατέρας του, Norval Sinclair Marley, (γεννημένος το 1895) ήταν λευκός Τζαμαϊκανός με αγγλική καταγωγή, που ζούσε στο Λίβερπουλ. Ο Norval ήταν ναυτικός αξιωματούχος, καπετάνιος και επιθεωρητής φυτειών, όταν γνώρισε και παντρεύτηκε την Σεντέλα Μπούκερ (1926- 2008), μια μαύρη Τζαμαϊκανή μόλις δεκαεννιά χρονών τότε. Ο Norval παρείχε οικονομική υποστήριξη στη γυναίκα και το παιδί του, αλλά σπάνια τους έβλεπε, λόγω των συχνών μακρινών ταξιδιών του. Το 1955, όταν ο Μάρλεϊ ήταν 10 χρονών, ο πατέρας του πέθανε από καρδιακή προσβολή σε ηλικία 60 ετών.

Bob_Marley1-2 (3) (700 x 437)

Ο Μάρλεϊ και η μητέρα του μετακόμισαν σε μια φτωχογειτονιά του Κίνγκστον, στη Trenchtown, μετά το θάνατο του Norval. Αναγκάστηκε να μάθει αυτοάμυνα για να υπερασπίζει τον εαυτό του από παλικαρισμούς που τον είχαν σαν στόχο λόγω της καταγωγής και του αναστήματος του (1.63 μ. ύψος), αλλά κέρδισε τελικά φήμη για τη φυσική του δύναμη και το ψευδώνυμο «Tuff Gong».

Ο Μάρλεϊ έγινε φίλος με τον Neville “Bunny” Livingston (αργότερα γνωστός ως Bunny Wailer), με τον οποίο ξεκίνησε να παίζει μουσική. Παράτησε το σχολείο σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών και ξεκίνησε να εργάζεται ως μαθητευόμενος σε ένα σιδεράδικο. Η μουσική όμως ήταν μονόδρομος για εκείνον… Στον ελεύθερο χρόνο του, αυτός και ο Livingston έπαιζαν μουσική με τον Joe Higgs, ένα τοπικό τραγουδιστή που είχε ασπαστεί τον Ρασταφαριανισμό και θεωρείται από πολλούς μέντορας του Μάρλεϊ. Σε μια τέτοια συνεύρεση με τον Higgs και τον Livingston ο Μάρλεϊ γνώρισε τον Peter McIntosh (αργότερα γνωστό ως Peter Tosh), με τον οποίο είχαν κοινές μουσικές φιλοδοξίες.

Το 1962, ο Μάρλεϊ ηχογράφησε τα πρώτα του δύο singles, “Judge Not” και “One Cup of Coffee”, με έναν τοπικό παραγωγό, Leslie Kong, τα οποία ωστόσο δεν γνωρίσαν μεγάλη επιτυχία.

Ήταν το 1963 όταν οι Μάρλεϊ, Livingston και McIntosh έγραψαν μουσική ιστορία ιδρύοντας τους Wailing Wailers!  Το πρώτο τους single «Simmer Down» έφτασε στην κορυφή των charts της Τζαμάικα μέχρι τον Ιανουάριο του 1964. Μέχρι τότε βέβαια, στην μπάντα είχαν προσχωρήσει και οι Junior Braithwaite, Beverly Kelso και Cherry Smith… Παρά το γεγονός ότι το γκρουπ έγινε αρκετά δημοφιλές στην Τζαμάικα, δεν τα έβγαζε πέρα οικονομικά στην πάμφτωχη χώρα: οι Braithewaite, Kelso και Smith εγκαταλείπουν το συγκρότημα, τα υπόλοιπα μέλη χάνονται για ένα διάστημα και ο Μάρλεϊ αναγκάζεται να μετακομίσει στις ΗΠΑ, για να ζήσει στο πλευρό της μητέρας του.

Μέχρι τότε είχε προλάβει να παντρευτεί στις 10 Φεβρουαρίου 1966 τη Rita Anderson. Την ίδια εποχή, ο ανήσυχος πνευματικά Μάρλεϊ αναπτύσσει έντονο ενδιαφέρον για το κίνημα των Ρασταφάρι. Τόσο θρησκευτική όσο και πολιτική, η κίνηση του ρασταφαριανισμού (που εμφανίστηκε στην Τζαμάικα στις αρχές της δεκαετίας του ’30) αντλούσε τις πεποιθήσεις της από πολλές πηγές, με κορυφαίες την Παλαιά Διαθήκη, την αφρικανική κουλτούρα και κληρονομιά, αλλά και από τις απόψεις του εθνικιστή Τζαμαϊκανού Marcus Garvey.

Οχτώ μήνες μετά την εγκατάστασή του στην Αμερική, όπου δούλεψε στο εργοστάσιο της Chrysler στο Ντέλαγουερ, σε εργαστήριο εταιρίας χημικών, αλλά και ως χειριστής ανυψωτικού μηχανήματος σε βιομηχανία, ο Μάρλεϊ επιστρέφει στην Τζαμάικα πεισμωμένος.

Ξαναθερμαίνει τις σχέσεις του με τους Livingston και McIntosh και κάνουν νέα απόπειρα, ως Wailers οι οποίοι ωστόσο διαλύθηκαν το 1974 και το κάθε μέλος ακολούθησε σόλο καριέρα. Για την αιτία της διάλυσης γίνονται μόνο εικασίες. Μερικοί πιστεύουν ότι υπήρχαν διαφωνίες ανάμεσα στους Livingston, McIntosh και Μάρλεϊ για τις συναυλιακές τους εμφανίσεις, ενώ άλλοι ισχυρίζονται πως απλά οι Livingston και McIntosh προτιμούσαν τη σόλο καριέρα. Παρά τη διάλυση, ο Μάρλεϊ συνέχισε να ηχογραφεί σαν Bob Marley & The Wailers, ενώ το συγκρότημα I Threes, αποτελούμενο από τις Judy Mowatt, Marcia Griffiths και τη γυναίκα του Μάρλεϊ, Ρίτα, ανέλαβε τα δευτερεύοντα φωνητικά.

Το 1975 ο Μάρλεϊ, έγινε πασίγνωστος με την επιτυχία του τραγουδιού “No Woman, No Cry” από το άλμπουμ Natty Dread. Ακολούθησε το ακόμα πιο επιτυχημένο άλμπουμ, Rastaman Vibration (1976), το οποίο παρέμεινε τέσσερις εβδομάδες στα Top Ten στις ΗΠΑ.

Το 1976 εγκαταστάθηκε στην Αγγλία, όπου ηχογράφησε τα άλμπουμ Exodus και Kaya. Το Exodus έμεινε στα βρετανικά charts για 56 συνεχείς εβδομάδες. Συμπεριελάμβανε τέσσερα singles: “Exodus”, “Waiting In Vain”, “Jamming” και το “One Love”, μια διασκευή του “People Get Ready” του Curtis Mayfield. Τότε ήταν που συνελήφθη με κατηγορίες για κατοχή μικρής ποσότητας κάνναβης ενώ ταξίδευε στο Λονδίνο.

Πολιτική και απόπειρα δολοφονίας Τον Δεκέμβριο του 1976 δύο μέρες πριν το Smile Jamaica, μια ελεύθερη συναυλία που οργάνωσε ο Πρωθυπουργός της Τζαμάικας Μάικλ Μάνλεϊ για να κατευνάσει τα πνεύματα μεταξύ δύο πολιτικών παρατάξεων, ο Μάρλεϊ, η γυναίκα του και ο μάνατζερ του Don Taylor δέχτηκαν ένοπλη επίθεση από άγνωστο στο σπίτι των Μάρλεϊ. Ο Taylor τραυματίστηκε στα πόδια και η γυναίκα του Μάρλεϊ Rita στο κεφάλι σοβαρά, αργότερα ανάρρωσαν. O Μπομπ Μάρλεϊ τραυματίστηκε ελαφρώς στο στήθος και στο βραχίονα. Η επίθεση έγινε λόγω πολιτικής του ανάμιξης, επειδή πολλοί θεώρησαν ότι η συναυλία ήταν στην πραγματικότητα μια στρατηγική ανάκαμψης του Μάνλεϊ. Παρ’ όλα αυτά, η συναυλία πραγματοποιήθηκε και τραυματισμένοι ο Μάρλεϊ, χωρίς την κιθάρα του, και η Rita, με επιδέσμους στο κεφάλι, εμφανίστηκαν όπως είχε προγραμματιστεί.

Το 1978, ο Μάρλεϊ εμφανίστηκε σε άλλη μια πολιτική συναυλία στη Τζαμάικα, το One Love Peace Concert, σε μια ακόμη προσπάθεια να εξευμενίσει τις σχέσεις των μαχόμενων κομμάτων. Και το κατάφρε. Προς το τέλος την συναυλίας, μετά από παράκληση του Μάρλεϊ, ο Μάνλεϊ και ο πολιτικός του αντίπαλος, Edward Seaga, ανέβηκαν και αντάλλαξαν χειραψία επάνω στη σκηνή.

Το 1978 ο Μάρλεϊ έκανε το πρώτο του ταξίδι στην Αφρική, επισκεπτόμενος την Κένια και ιδιαίτερα την Αιθιοπία, ένα έθνος σημαντικό για τον ίδιο, καθώς θεωρείται το πνευματικό σπίτι των Ρασταφάρι. Επηρεασμένος από την αφρικανική του περιπλάνηση, το επόμενο άλμπουμ του, το «Survival» (1979), είναι ένα κάλεσμα για ενότητα αλλά και για το τέλος της καταπίεσης που έχουν επιβάλει οι λευκοί στην Αφρική. Και βέβαια το 1980, ο Μάρλεϊ και οι Wailers έπαιξαν στην ανεπίσημη τελετή ανεξαρτησίας του νέου έθνους της Ζιμπάμπουε!

Το επόμενο άλμπουμ του -το «Uprising» το1980- έγινε τεράστια παγκόσμια επιτυχία, με τα «Could You Be Loved» και «Redemption Song» και τα κοινωνικο-πολιτικά μηνύματα που ήθελε να μεταδώσει.

Διάγνωση Καρκίνου και Θάνατος Τον Ιούλιο του 1977, διαγνώστηκε κακόηθες μελάνωμα στα πόδια του Μάρλεϊ, για το οποίο πίστευε ο ίδιος ότι ήταν τραύμα από το ποδόσφαιρο. Αρνήθηκε τον ακρωτηριασμό, αναφέροντας ότι η επέμβαση θα επηρέαζε τον χορό του και σύμφωνα με την πίστη των Ρασταφαριανών πως το σώμα πρέπει να είναι «ολόκληρο».

Ο Μάρλεϊ μάλλον έβλεπε τους γιατρούς σαν  απατεώνες. Πιστός στις θρησκευτικές του απόψεις απέρριψε κάθε χειρουργική πιθανότητα και έψαξε για εναλλακτικές λύσεις που δεν θα τις πρόδιδαν. Επίσης αρνήθηκε τη σύνταξη διαθήκης, βασιζόμενος στην άποψη των Ρασταφαριανών ότι η συγγραφή διαθήκης είναι η αποδοχή του αναπόφευκτου θανάτου, αμελώντας την αιώνια ζωή (“everliving”, κατά τους Ρασταφαριανούς). Ωστόσο, μια γιατρός στο Μαϊάμι του είπε πως δεν ήταν αναγκαίος ο ακρωτηριασμός. Έτσι προχώρησαν στην αφαίρεση ενός μικρού κομματιού απ’ το πόδι του. Ο καρκίνος στη συνέχεια εξαπλώθηκε σε όλο του το σώμα… Συνειδητοποιώντας ότι δεν του έμενε ακόμη πολύς χρόνος, ο Μάρλεϊ αποφάσισε να επιστρέψει στην πατρίδα του αλλά δυστυχώς δεν κατάφερε να ολοκληρώσει το ταξίδι του, καθώς πέθανε στο Μαϊάμι της Φλόριντα στις 11 Μαΐου 1981.

Ο Μπομπ Μάρλεϊ έφυγε με τιμές ήρωα. Έγινε δημόσια κηδεία στη Τζαμάικα, που συνδύαζε στοιχεία από την Αιθιοπική Ορθόδοξη Εκκλησία και την παράδοση του Ρασταφαριανισμού.

Αποτεφρώθηκε κοντά στο πατρικό του μαζί με την κιθάρα του (Gibson Les Paul), μια ποδοσφαιρική μπάλα, ένα μεγάλο κλαδί κάνναβης, ένα δαχτυλίδι που φορούσε καθημερινά (δώρο του πρίγκιπα της Αιθιοπίας Asfa Wossen, μεγαλύτερου γιου του Χαϊλέ Σελασιέ Α’) και μια Βίβλο. Ένα μήνα πριν τον θάνατο του, έγινε μέλος του Τζαμαϊκανού Τιμητικού Τάγματος,  ενώ είχε τιμηθεί και με το Μετάλλιο Ειρήνης του ΟΗΕ. Bob_Marley1-2 (700 x 514)

Bob_Marley1-2 (2) (550 x 764)

 

 

 

loading...

Σας άρεσε το άρθρο;

Μοιραστείτε το με τους φίλους σας ...